Το 1821 στη σύγχρονη ελληνική ιστοριογραφία: 7 ερωτήματα στον Χρήστο Λούκο

Ο Χρήστος Λούκος στον Μνήμονα, ανάμεσα στην Χριστίνα Αγριαντώνη και τον Σάκη Δημητριάδη, 2019
Εικόνα: Ο Χρήστος Λούκος στον Μνήμονα, ανάμεσα στη Χριστίνα Αγριαντώνη και τον Σάκη Δημητριάδη, 2019

 

Τη συνέντευξη πήραν ο Θανάσης Γάλλος και ο Βαγγέλης Καραμανωλάκης

Μια συζήτηση με τον Χρήστο Λούκο για το 1821 και την ιστοριογραφία του είναι πάντα μια καλή αφορμή για ερωτήματα και αναστοχασμούς. Ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου της Κρήτης, ιδρυτικό μέλος και μέλος του Δ.Σ. των ΑΣΚΙ, ο Χρήστος Λούκος αποτελεί αναμφίβολα έναν από τους σημαντικότερους και πιο επίμονους μελετητές της Επανάστασης, με μια ματιά που συνδυάζει την βαθιά γνώση αλλά και την τόλμη. Η κουβέντα μαζί του, επικεντρωμένη στον τρόπο που ιστορήθηκε η Επανάσταση, αναδεικνύει τη σύνδεση της ιστοριογραφίας με τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις κάθε εποχής και παράλληλα συμβάλει ουσιαστικά σε αυτό τον συνεχιζόμενο διάλογο για τη σχέση του 1821 με την Αριστερά στην Ελλάδα του 20ού αιώνα. Τον ευχαριστούμε θερμά.

Θ.Γ. – Β.Κ.

1. Γιατί από τη δεκαετία του ’70 η Επανάσταση του ’21 παραμελήθηκε σε μεγάλο βαθμό για 30-35 χρόνια;

To ’21 και η χούντα. Ταράτσα κτιρίου στην Κόρινθο (Φωτογραφικό Αρχείο ΑΣΚΙ)

Η Επανάσταση είχε συνδεθεί στη μεταπολεμική Ελλάδα με τη στερεοτυπική προβολή ηρώων και ηρωικών πράξεων και έναν εθνικιστικό λόγο που άφηνε ελάχιστα περιθώρια για άλλες προσεγγίσεις. Με την τάση για αλλαγή που έφερε η πτώση της δικτατορίας, ήταν φυσικό θέματα, όπως το 1821, που κατ’ εξοχήν χρησιμοποιήθηκαν ιδεολογικά από τους κρατούντες και ο τρόπος ερμηνείας και προβολής τους είχαν δημιουργήσει σε πολλούς απωθητικά αισθήματα, να μην φαίνονται ελκυστικά για να αποτελέσουν αντικείμενο έρευνας. Ας προστεθεί ότι και στον χώρο της Αριστεράς είχαν, κατ’ αντιπαράθεση με την άλλη πλευρά, δημιουργηθεί εξίσου ισχυρά στερεότυπα που έφερναν τον νέο κυρίως ερευνητή σε διλήμματα κατά πόσο θα μπορούσε να κρατήσει, χωρίς συνέπειες, την αναγκαία για μια υπεύθυνη ερμηνεία ιδεολογική απόσταση. Με δυο λόγια, η ιδεολογική χρήση του 1821 ήταν τόσο μεγάλη που λειτουργούσε αποθαρρυντικά για όποιον δεν ήθελε να ταυτιστεί με μια από τις κυρίαρχες ερμηνείες.

Η Ελληνική Επανάσταση, επίσης, είχε μελετηθεί κυρίως ως προς τη στρατιωτική, πολιτική και διπλωματική πλευρά της, και οι τομείς αυτοί δεν ταίριαζαν με τους νέους ορίζοντες στους οποίους η ιστοριογραφία είχε πλέον στραφεί, προς τη μελέτη της οικονομίας, της κοινωνίας κλπ. Δεν επιλέχθηκε, τελικά, και το 1821 από τους με ανανεωτικές τάσεις Έλληνες ιστορικούς και εν γένει κοινωνικούς επιστήμονες, για να αποτελέσει ένα από τα παραδείγματά τους στα οποία θα δοκιμαζόταν η νέα ιστορική θεματολογία και ερμηνεία.

2. Όσον αφορά τη μελέτη γύρω από το ’21, ποιες θεωρείτε τις μεγαλύτερες κατακτήσεις της ιστοριογραφίας τις τελευταίες δεκαετίες;

Θεωρώ ότι το σημαντικότερο είναι ότι «απομυθοποιήθηκε» το 1821, τουλάχιστον στους έγκυρους ιστορικούς χώρους, και εντάχθηκε γενναιότερα στο ιστορικό του πλαίσιο. Κάθε πλευρά του είναι ανοιχτή στην έρευνα και απόψεις για την ερωτική συμπεριφορά των αγωνιστών, την έντονη προσπάθεια μερικών να πλουτίσουν, το ευμετάβολο των πολιτικών τους προτιμήσεων, η βία και πολλά άλλα θεωρούνται πλέον ότι δεν αμαυρώνουν τους αγωνιστές, ακόμη και τους «ήρωες», αλλά τους τοποθετούν στο πραγματικό ανθρώπινο και κοινωνικό περιβάλλον τους, και εκεί εντασσόμενοι, είναι καλύτερα κατανοητοί.

Κ.Θ. Δημαράς

Θα ήταν δυσκολότερο αυτό το άνοιγμα αν δεν είχαν προηγηθεί γενναίες εργασίες υποδομής και εξαντλητική αναζήτηση και ανάδειξη παραμελημένων πηγών αλλά κα νέες απόπειρες ερμηνείας τους. Δεν μπορεί να μην αναφερθεί εδώ το σημαντικό έργο που επιτέλεσε η ομάδα γύρω από τον Κ.Θ. Δημαρά στο ΚΝΕ του ΕΙΕ και όσοι τους ακολούθησαν.  Επικεντρώθηκαν κυρίως στη διερεύνηση των πολλών πλευρών του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, ο οποίος είναι το περισσότερο και σε βάθος  μελετημένο θέμα. Δεν είναι τυχαίο ότι μόνο για αυτόν διαθέτουμε μια συγκροτημένη και δημοσιευμένη βιβλιογραφία. Από τον Διαφωτισμό το πέρασμα και σε άλλα θέματα του 1821 ήταν αναμενόμενο.

Επομένως, για μένα οι σπουδαιότερες κατακτήσεις συνίστανται όχι τόσο σε κάποια συγκεκριμένα έργα, που δεν λείπουν φυσικά, αλλά στο ότι  άνοιξε, με πολλαπλές συνδρομές  η βεντάλια των πηγών, των θεμάτων, των ερμηνευτικών προσεγγίσεων. Επίσης, θέματα όπως ο πόλεμος, η πολιτική, η διπλωματία που, όπως είπα, είχαν παλιότερα κυριαρχήσει, μπορούν να ιδωθούν τώρα ως φαινόμενα με πολλαπλές διστάσεις. Μπορεί να μην είναι δελεαστική   ως αντικείμενο έρευνας μια πολιορκία αν δεν σταθούμε μόνο στις πολεμικές συγκρούσεις;

3. Ποιες θεωρούνταν και ποιες θεωρούνται οι κυρίαρχες θεωρητικές προσεγγίσεις γύρω από την έρευνα για την Ελληνική Επανάσταση;

Θα πρότεινα να αποφύγουμε τον όρο κυρίαρχες για το σήμερα. Στο παρελθόν υπήρχαν και καθόρισαν την ιστορική σκέψη πολλών γενεών με θετικά αλλά και αρνητικά αποτελέσματα. Αν με ρωτούσε ένας νέος που θα ξεκινούσε την έρευνά του για την Ελληνική Επανάσταση, θα του συνιστούσα την όσο το δυνατόν ευρύτερη μελέτη των θεωρητικών προσεγγίσεων στο ευρύ θέμα των επαναστάσεων όπου γης, αλλά θα του τόνιζα τα ερμηνευτικά σχήματα που θα θεωρούσε προσφορότερα για την ελληνική περίπτωση να μην καθορίσουν εκ των προτέρων τη δύσκολη πορεία του. Χωρίς μια βαθειά γνώση των πηγών και των βοηθημάτων, χωρίς μια κατανόηση του παλμού της μελετώμενης κοινωνίας, η αυστηρή χρήση κάθε ερμηνευτικού σχήματος θα μπορούσε να «εκβιάσει» τις τότε κοινωνικές σχέσεις.

Επομένως, φυσικά πορευόμαστε με ένα ερμηνευτικό σχήμα αλλά η εφαρμογή του και η ενδεχόμενη τροποποίησή του, ακόμη και η αλλαγή του, θα καθοριστεί από τα πραγματολογικά στοιχεία που θα προκύψουν. Δεν ομιλώ για έναν φετιχισμό των πηγών, δεν γράφουμε ιστορία, τουλάχιστον καλή ιστορία, χωρίς ένα ερμηνευτικό σχήμα, αλλά δεν το επιβάλουμε αν τα ίδια τα τεκμήρια μας οδηγούν αλλού. Αλλάζουμε τότε ή προσαρμόζουμε κατάλληλα το ερμηνευτικό μοντέλο, δεν αλλάζουμε τη σκιαγραφούμενη από τις πηγές πραγματικότητα. Φυσικά, αν τα στοιχεία μας είναι ελλιπή, μπορούμε να κάνουμε «δημιουργικές» υποθέσεις και να έχουμε την τόλμη να πούμε ότι είναι υποθέσεις. Νομίζω ότι εδώ κρίνεται ο ιστορικός που σέβεται την ιστορική του παιδεία, αν δείχνει την πρέπουσα εντιμότητα σε παρόμοια διλήμματα. Επίσης, θα πρότεινα κι εγώ να είμαστε, εμείς οι ιστορικοί, αυστηροί υπερασπιστές της τήρησης του ιστορικού χρόνου στην αφήγησή μας και γενικότερα να υπερασπιζόμαστε ότι η ιστορική γραφή έχει κάποιους κανόνες για να συντελεστεί. Δεν είναι μυθοπλασία, όπου ισχύουν άλλοι κανόνες.

Εγκύκλιος Ελληνικής Πολιτείας προς Α.Σ. Κριεζή, 20-1-1830 (Αρχείο Οικογένειας Κριεζή, ΑΣΚΙ)

4. Σε τι βαθμό έχει γίνει έρευνα για την ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και μελέτες με βάση τις τουρκικές πηγές;

Αργήσαμε να κατανοήσουμε το πόσο αναγκαία είναι για τη μελέτη του 1821 η γνώση τού κατ’ εξοχήν «άλλου», των Οθωμανών και της Αυτοκρατορίας τους.  Οι τουρκικές πηγές έχουν διασωθεί και περιμένουν τη συστηματική αξιοποίησή τους ως προς την Ελληνική Επανάσταση. Δεν μας ενδιαφέρει  μόνο πώς κατέληγε ο σουλτάνος στις αποφάσεις του και ποιές ήταν οι κυρίαρχες θέσεις των ανώτατων αξιωματούχων της Υψηλής Πύλης, αλλά και τί έγραφε ο Κιουταχής, ο Δράμαλης, ο Ιμπραήμ και πολλοί άλλοι  στους ανωτέρους τους για τις συγκρούσεις τους με τους Έλληνες∙ τί σκέπτονταν οι Τούρκοι πολεμιστές για τους Έλληνες και τον εαυτό τους. Έχουμε ήδη από τους Έλληνες και άλλους τουρκολόγους τα πρώτα σχετικά δείγματα που στηρίχθηκαν στη μελέτη οθωμανικών πηγών. Η διαμόρφωση τα τελευταία χρόνια μιας μεγάλης ομάδας νέων τουρκολόγων, που μπορούν να προσπελάσουν τις δυσκολίες της οθωμανικής γραφής των τεκμηρίων,  αποτελούν εγγύηση ότι  πολλά μπορούν να γίνουν. Ας μη χάσει η Πολιτεία την ευκαιρία να τους «χρησιμοποιήσει» και με κάποιες υποτροφίες να διευκολύνει τον εντοπισμό και την αξιοποίηση όλου αυτού του  πλούτου των οθωμανικών αρχείων για το 1821.

Γκριγκόρι Αρς, Ο Ιωάννης Καποδίστριας στη Ρωσία, Ασίνη-Κέντρο Ελληνορωσικών Ιστορικών Ερευνών, Αθήνα 2015

Μια και ο λόγος για αρχεία που βρίσκονται εκτός Ελλάδας, ας σημειωθεί πόσο λίγο έχουν μελετηθεί τα ρωσικά αρχεία για το 1821. Μια πρώτη εικόνα για τον πλούτο τους μας έχει δώσει ο Γρ. Αρς με τις πολλές σχετικές μελέτες του. Ιδιαίτερα για την Καποδιστριακή περίοδο, είναι επιτακτική η ανάγκη να βρεθεί τρόπος αξιοποίησης του ρωσικού αρχειακού υλικού.  Για να μην βασιζόμαστε μόνο στις μαρτυρίες των Άγγλων και Γάλλων διπλωματικών αντιπροσώπων στην Ελλάδα, μαρτυρίες που έκανε εύκολα προσιτές στην έρευνα η πρωτοβουλία του αείμνηστου Ελευθέριου Πρεβελάκη να εξασφαλίσει τη διάθεσή τους, ήδη από τη δεκαετία του 1970, σε μικροταινίες στο Κέντρο Ερεύνης του Νεωτέρου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών. Για τις αγγλικές μάλιστα μαρτυρίες της Καποδιστριακής περιόδου συντάχθηκαν και δημοσιεύτηκαν αναλυτικές περιλήψεις στα ελληνικά, οι Επιτομές, οι οποίες όμως ελάχιστα χρησιμοποιήθηκαν, πολλές φορές αυστηρά επιλεκτικά και τελείως επιφανειακά.

5. Έχει ξεπερασθεί, και σε ποιο βαθμό, το παλαιότερο δίλημμα αν ήταν εθνική ή κοινωνική η Επανάσταση του ’21; 

Το ψευτοδίλημμα αυτό έχει ξεπεραστεί στους έγκυρους ιστορικούς κύκλους, αλλά ελλοχεύει, όπως και πολλά άλλα, να εμφανιστεί με την πρώτη ευκαιρία. Νομίζω ότι είναι αναγκαίο να τονιστεί η άποψη, που δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί, ότι κάθε επανάσταση, ανεξάρτητα από τη μορφή της, θέτει το πρόβλημα των κοινωνικών σχέσεων και ιεραρχιών, δηλαδή αν θα παραμείνουν οι ίδιες που ίσχυαν προεπαναστατικά ή θα αλλάξουν και σε ποια έκταση και βαθμό. Αν δεχθούμε, και θα ήταν καταστροφικό από ερμηνευτική σκοπιά να μη το δεχθούμε, ότι έχουμε και στην ελληνική περίπτωση μια επανάσταση και όχι απλώς έναν απελευθερωτικό πόλεμο, η κοινωνική διάσταση δεν μπορεί να αγνοηθεί, χωρίς να παραμελείται να τονιστεί ότι η ίδια η μορφή των κοινωνιών όπου ξέσπασε και κυρίως όπου επικράτησε η επανάσταση δεν είχε υποστεί εκείνες τις αλλαγές που θα επέτρεπαν κοινωνικές εντάσεις και διεκδικήσεις, ανάλογες με αυτές που συνέβησαν στη γαλλική και άλλες σύνθετες και εξελιγμένες κοινωνίες. Επομένως, χωρίς να αμφισβητηθεί ο έντονος εθνικός και θρησκευτικός χαρακτήρας της Ελληνικής Επανάστασης, δεν μπορεί να αγνοηθούν και τα κοινωνικά αιτήματα που έθεσε η επανάσταση από την ίδια τη φύση της. Αρκεί μόνο να μη σταθούμε στις λίγες στερεοτυπικές και επαναλαμβανόμενες περιπτώσεις κοινωνικών εντάσεων και διεκδικήσεων και να αναδείξουμε και άλλες οι οποίες προέκυψαν, και ασφαλώς θα προκύψουν και νέες, από την έρευνα των πηγών. Μια τέτοια θεματική ενότητα περιλαμβάνεται στο επικείμενο δεύτερο συνέδριο της ΕΜΝΕ για το 1821 που θα διεξαχθεί στις 4-6 Νοεμβρίου 2021.

6. Ποια είναι τα νέα πεδία μελέτης που έχουν αναδειχθεί τα τελευταία χρόνια γύρω από την Επανάσταση του 1821, ιδιαίτερα όσον αφορά την ιστορία των νοοτροπιών;

Ας τονιστεί από την αρχή ότι δεν συνιστά, και στην περίπτωση του 1821, νέο πεδίο μελέτης ό,τι ήδη υπήρχε και απλώς επενδύεται, χωρίς ουσιαστική αλλαγή, νέο μανδύα. Είναι κάτι που συμβαίνει γενικότερα στην ιστοριογραφία και δεν είναι ενθαρρυντικό να βλέπεις να αγνοούνται επιδεικτικά ιστορικοί και ερμηνείες λόγω της «παλαιότητάς» τους. Στο θέμα των νοοτροπιών, έχουν γίνει κάποιες απόπειρες να μην αγνοηθούν κι αυτές στη μελέτη του 1821, αλλά δεν βλέπω κάτι ευρύ που θα θύμιζε, έστω αμυδρά, το μεγάλο εγχείρημα του Φίλιππου Ηλιού να μελετηθεί με αφετηρία τις εκδόσεις ελληνικών βιβλίων και τους συνδρομητές που σε αυτά αναγράφονταν, το τί εξέδιδαν ή διάβαζαν οι Έλληνες πριν και κατά την Επανάσταση, ώστε να σκιαγραφηθούν στην πορεία του χρόνου οι τυχόν αλλαγές στη θρησκευτικότητα τους, την πολιτική σκέψη τους, την αντίδραση στις νέες ιδέες, γενικά αν και σε ποιό βαθμό αλλάζει η αντίληψή τους για τον κόσμο. Βασικές δηλαδή παράμετροι για τη μελέτη της Επανάστασης.

Ως προς τα νέα πεδία, θα σημείωνα την προσπάθεια νέων κυρίως ερευνητών να μελετήσουν και από άλλες πλευρές το οικονομικό στην Επανάσταση, προεκτείνοντας την ισχυρή παρακαταθήκη του Σπ. Ασδραχά και του Βασ. Κρεμμυδά. Άλλοι προσπαθούν να καταλάβουν καλύτερα τον τρόπο με τον οποίο συγκροτήθηκαν και λειτούργησαν οι διάφοροι διοικητικοί μηχανισμοί που προέκυψαν με την απαλλαγή του οθωμανικού πλαισίου και κυρίως πώς λειτούργησε η κεντρική διοίκηση, η θεσμική έκφραση των επαναστατικών Κυβερνήσεων. Η μελέτη εδώ σε βάθος του σωζόμενου αρχειακού υλικού διαφόρων υπουργείων, όπως αυτό τού Δικαίου ή της Θρησκείας, επιτρέπουν άλλες θεωρήσεις για τις σκέψεις και τις πρακτικές των αγωνιστών.

Δύο πρίγκιπες στην Ελληνική Επανάσταση, εισαγωτή-σχόλια-επιμέλεια: Βασίλης Παναγιωτόπουλος, μετάφραση: Χρίστος Μ. Οικονόμου, Ασίνη, Αθήνα 2016

Κάποια ανοίγματα ως προς τη ζωή και τον ρόλο των γυναικών στην Επανάσταση, όχι μόνο των λίγων επωνύμων, αλλά του μεγάλου πλήθους που γεννά και αναθρέφει παιδιά, βοηθά στην παραγωγή και τον πόλεμο, μεταναστεύει συνεχώς, υφίσταται τις ποικίλες κακουχίες, ταπεινώνεται από  τον εχθρό και οδηγείται στα σκλαβοπάζαρα ή στα χαρέμια, χρειάζονται ενίσχυση για να καλύψουν το κενό. Το ίδιο ισχύει για τις σχέσεις των δύο φύλων και για τα παιδιά, τις μικρές ηλικίες. Ο τομέας «δημογραφικά της Επανάστασης», παραμελημένος επί πολύ, αποκτά τελευταία μια γενναία κινητικότητα στα προγράμματα του  Ινστιτούτου Νεοελληνικών Ερευνών του ΕΙΕ. Ας μη παραλειφθεί και μια άλλη προσπάθεια, να μελετηθεί με το εύρος που της αξίζει η Φιλική Εταιρεία, παραμελημένη κι αυτή. Ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος έδωσε με το κύρος του ισχυρά σχετικά εναύσματα στα οποία ανταποκρίθηκαν νεότεροι ερευνητές με αποτέλεσμα το τοπίο για τους Φιλικούς και τη δράση τους να έχει διευρυνθεί σημαντικά. Να χαιρετίσουμε, επίσης, και το διευρυμένο τελευταία ενδιαφέρον να ενταχθεί γενναιότερα η ελληνική περίπτωση στις επαναστατικές και φιλελεύθερες κινήσεις της τότε περιόδου.

7. Και μια τελευταία πιο προσωπική ερώτηση. Τι ήταν αυτό που σας έσπρωξε στη μελέτη του 1821 και ιδιαίτερα του Καποδίστρια; Σπουδάζετε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών την περίοδο της δικτατορίας, κάτω από ένα απολυταρχικό καθεστώς που αναδεικνύει τον Αγώνα ως μια κατεξοχήν περίοδο αναφοράς του. Τι είναι αυτό που σας ωθεί στο να υπερβείτε αυτό το κλίμα και να στραφείτε στη μελέτη του 1821;

Έχω μιλήσει και γράψει για το πώς συντελέστηκε η στροφή μου προς τη μελέτη του 1821. Θα επαναλάβω λίγα κι εδώ. Πράγματι η αντίδραση στον τρόπο που εκμεταλλεύτηκε το παρελθόν και ιδιαίτερα το 1821 η δικτατορία της 21ης Απριλίου, ήταν το πρώτο κίνητρο. Αποφάσισα να ασχοληθώ με την αντιπολίτευση  κατά του Κυβερνήτη Ιω. Καποδίστρια για να δώσω τον λόγο και σε όσους δεν συμφώνησαν μαζί του και καταδικάζονταν αδιάκριτα όλοι  τους ως  ιδιοτελείς, όργανα των ξένων ή στην καλύτερη περίπτωση ως παραπλανημένοι. Το πρώτο-πρώτο άρθρο που δημοσίευσα αφορούσε τη δίωξη της εφημερίδας «Απόλλων», την έκδοση της οποίας εμπόδισε ο Καποδίστριας και τα κυβερνητικά όργανα. Εκεί δεν απέφυγα, νέος τότε, την ιδεολογική χρήση: νόμιζα ότι πολεμούσα κι εγώ με τον τρόπο μου την εικόνα που ήθελε να επιβάλει για τον Καποδίστρια και τους αντιπάλους του το στρατιωτικό καθεστώς και ένα σημαντικό τμήμα αυτών που εξέφραζαν την κυρίαρχη ιδεολογία. Θέλω να πιστεύω ότι ωρίμασα σύντομα ως ιστορικός,  κοντά σε άτυπους δασκάλους όπως η αείμνηστη  Δέσποινα Κατηφόρη και η τότε διαμορφούμενη παρέα του «Μνήμονα»», ώστε να διακρίνω την πολυπλοκότητα των ιστορικών φαινομένων και ότι χρειάζονταν εκλεπτυσμένα εργαλεία για την κατανόησή τους.

Χρήστος Λούκος, Η αντιπολίτευση κατά του κυβερνήτη Ιω. Καποδίστρια 1828-1831, Θεμέλιο, Αθήνα 1988

Η πράγματι αυταρχικότητα του Καποδίστρια και το φιλελεύθερο της αντιπολίτευσης θα έπρεπε να τοποθετηθούν στο ιστορικό τους πλαίσιο. Φιλελεύθεροι δεν ήσαν όλοι όσοι αντιπολιτεύτηκαν τον Κυβερνήτη και η ακραία τακτική που ακολούθησαν κάποιοι από αυτούς δεν είναι άμοιρη προσωπικών απογοητεύσεων, παραγκωνισμού και πίκρας. Από την άλλη, ο έστω και υπερβολικός φόβος για τον κίνδυνο που διέτρεχε το φιλελεύθερο νόημα της επανάστασης αν παρατεινόταν το αυταρχικό καθεστώς του Καποδίστρια,  δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι πράγματι στοίχειωνε μερικούς από αυτούς που είχαν πρωτοστατήσει στην ψήφιση  των επαναστατικών συνταγμάτων.

Επομένως, θέματα όπως η ενδεχόμενη ανάγκη μιας μορφής αυταρχικότητας σε μια μεταβατική επαναστατική  ή μετεπαναστατική περίοδο, ο ρόλος των μεγάλων δυνάμεων και ο βαθμός εξάρτησης από αυτές ατόμων και ομάδων, το περιεχόμενο του φιλελευθερισμού που επικαλούνταν οι επαναστάτες κυρίως στη διεκδίκηση ενός συντάγματος, τα κίνητρα των ποικίλων διεκδικήσεων, η κοινωνική πολιτική του Καποδίστρια  και αν αυτή εξηγεί γιατί δίπλα του στάθηκαν άτομα που κι αυτά ασπάζονταν συνταγματικές αρχές, και πολλά άλλα, δεν μπορούν να ερμηνευθούν παρά μόνο αν ενταχθούν στις πραγματικότητες της τότε περιόδου.

Το τονίζω γιατί ο φιλελευθερισμός της Ελληνικής Επανάστασης είναι μεν από τα βασικά του χαρακτηριστικά και δικαιολογημένα εντάσσεται στο γενικότερο φιλελεύθερο κλίμα που διατρέχει την ευρωπαϊκή και αμερικανική ήπειρο δεκαετίες πριν και μετά από το 1821, ωστόσο, έχει τους δικούς του κοινωνικούς όρους, την ιδιομορφία του, τα όριά του. Αν δούμε την Ελληνική Επανάσταση μόνο ή σε υπερβολικό βαθμό από τη σκοπιά του φιλελευθερισμού και κρίνουμε βάση αυτού τις δράσεις των ατόμων, πιστεύω ότι μας διαφεύγει η σύνθετη και αντιφατική πολλές φορές συμπεριφορά τους, θέτουμε εύκολα το πρόσημο του μη φιλελεύθερου, και, το πιο βασικό ίσως, θεωρούμε τις «φιλελεύθερες» επιλογές ότι ήταν πάντα οι πλέον πρόσφορες για τη διαχείριση  της Επανάστασης και την πολιτική της συγκρότηση. Ο φιλελευθερισμός, όπως έχει τονιστεί, είχε μια πολυμορφία στην εξεταζόμενη περίοδο και συχνή ήταν η επιλεκτική χρήση των ποικίλων εκφάνσεών του.